“Υπέρ τού ρυσθήναι υμάς από πάσης ….

θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης, τού Κυρίου δεηθώμεν” προφέρει ο διάκονος στην Αρχή (Ειρηνικά) τής Θείας Λειτουργίας. Τέσσερις λέξεις, από τα σημαινόμενα τών οποίων, παρακαλούμε τον Θεό, να μας προφυλάξει.

Για τις τρείς πρώτες είναι σαφές γιατί ζητάμε προφύλαξη. Εχουμε άλλωστε καταφέρει πολλά στην ασφάλεια από κινδύνους. Στην περίπτωση θλίψης κσι οργής, πέρα από την εκπαίδευση και τούς Νόμους, υπάρχει ψυχιατρική και φαρμακευτική υποστήριξη. Με την τέταρτη όμως λέξη (ανάγκη), τί θέλει να πεί ο Αγιος Χρυσόστομος;

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι εννοεί τίς ανθρώπινες ανάγκες. Ομως οι ανθρώπινες ανάγκες “ούτε γνωστές, ούτε και σταθερό μέγεθος είναι” (βλ. Γιάννη Γεράση “Η άρθρωση τής Εποχής”).

Η έννοια ‘ανάγκη’, σημαίνει ότι η ύπαρξή της υποχρεώνει τον άνθρωπο σε συγκεκριμένη λειτουργία. Χωρίς δυνατότητα επιλογής. Με άλλα λόγια η ελευθερία του, περιορίζεται. Αυτό όμως έρχεται σε αντίφαση με την αρχαία ελληνική σκέψη, η οποία προτάσσει την ελευθερία τής ατομικής ύπαρξης ακόμη και έναντι τής συλλογικής. O Πλάτων στον Παρμενίδη γράφει «..μία μόνη δουλεία (σσ.ανάγκη) εκούσιος λείπεται ούκ επονείδιστος. Αύτη δε εστίν η περί την αρετήν».

Οι Πατέρες τής Ορθόδοξης Εκκλησίας επεξέτειναν τήν Ελληνική Σκέψη θέτοντας για πρώτη φορά το ζήτημα τού Προσώπου ως αυτεξούσιο, με πλήρη ελευθερία βούλησης και υπεύθυνο για την θέωσή του, συνάμα με την Αγαπη προς τον Αλλον.

Η εγκόσμια τάξη, σύμφωνα με την χριστιανική δογματική, απορρίπτεται ως μή – ον. Γκρεμίζεται οριστικά η φυλετική κουλτούρα, που πρώττοι άρχισαν να εκθεμελιώνουν οι Αρχαίοι Ελληνες. Ενώ ο Ελληνικός λόγος επετέθη στην μυθολογική αιματοσυγγενική πυραμίδα και άλλαξε την σύστασή της, εισάγοντας την ιδότητα του πολίτη ως εξ ίσου μετόχου στην πόλη, δεν αναίρεσε την βασική άποψη ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι ή ισοδύναμοι, πράγμα που διατηρούσε και τήν απαξία τού είδους εργασίας όσο κατεβαίναμε την κοινωνική ιεράρχιση.

Αντιθέτως η Ορθοδοξία καταχώρησε ολόκληρη την κοινωνική τάξη ως απαξία, με επακόλουθο την κατάργηση κάθε διάκρισης, σε προνομιούχους και μή, ανεξαρτήτως καταγωγής, φυλής, θέσης, δύναμης, ικανότητος ή ασχολίας. Ολοι είναι ίσοι ως πρόσωπα θεούμενα κατά χάριν Θεού. Βεβαίως δεν έχουν καταργηθεί ακόμη οι διακρίσεις (βλ.κληρονομικό δίκαιο), αλλά έπαψαν πλέον να έχουν θρησκευτική, δηλαδή ηθική, νομιμοποίηση και κάλυψη (βλ. Γ. Γεράση «Η νεοελληνική ταυτότητα»).

Επιπλέον οι Πατέρες θεώρησαν ότι η βιολογική αναγκαιότητα (ενστικτα συντήρησης και πολλαπλασιασμού), κοινωνική (θεσμοί, εξουσίες), αλλά και η φυσική αναγκαιότητα  (φυσικοί Νόμοι) δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κατάργηση τής ελευθερίας τού ανθρώπου. Αντίθετα και ο απλός στοχασμός τού ανθρώπου πάνω σ’ συτές, συνιστά υπέρβαση ενστίκτων, θεσμών και φύσης. Με άλλα λόγια υπέρβαση αναγκαιότητος. Παράλληλα εισάγοντας την έννοια του  εκκλησιαστικού Σώματος και τής διακονίας απέρριπταν κάθε εξουσιαστική δομή και αναγνώριζαν ότι, χωρίς ανατροπή τού εξουσιαστικού φαινομένου, δεν υπάρχει εκκλησιαστικό γεγονός, δηλαδή άθλημα σχέσεων. Εφαρμόζοντας αυτά στην Οικονομία, σημαίνει ότι παραγωγή και διανομή προϊόντος και υπεραξίας στην Ορθόδοξη Κοινωνία δεν έχουν κοινό άξονα αναφοράς. Η μέν παραγωγή αφορά εργαλεία και τρόπους παραγωγής περιλαμβανομένης τής άμεσης και έμμεσης εργασίας (γνώσης), η δε διανομή αφορά αξιακούς κανόνες, με άλλα λόγια την κουλτούρα τής υπό εξέτασιν κοινωνίας και βάσει αυτών εκτελείται.

Γίνεται πλέον ευεξήγητη η επιμονή τού Υπουργείου Παιδείας να αποσύρει την διδασκαλία τής Ορθοδοξίας από τα σχολεία ή παρουσιάζοντάς την, στην καλύτερη περίπτωση, σαν κάτι φολκλόρ. Βλέπετε ταυτίζονται με τύπους σαν τον Αυγουστίνο, τον Μάρξ, τον Φρόϋντ και τον Πόππερ, που είχαν μιά μόνιμη αλλεργία στην ελευθερία τού Προσώπου και εκζητούσαν είτε την προτεραιότητα τού ασυνείδητου, είτε τών αναγκών τού ‘συλλογικού είναι’  δηλαδή τής εξουσίας τους, ως μηχανοδηγών τής Ιστορικής Τρέλλας.

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: