Το “Πολυτεχνείο” τέλειωσε. Καιρός να τελειώνει κι ο Μαρξισμός ως φιλοσοφία

Αναρωτιέται κανείς, πώς μπόρεσαν αρκετοί από αυτούς που μετείχαν στο Πολυτεχνείο, να προδώσουν τα ιδανικά τους, να αποτάξουν την μαρξική ‘σκέψη’, να ενσωματωθούν στο ‘Σύστημα’, να υποκύπτουν στα νεοταξικά κελεύσματα, να εκχωρούν εθνική κυριαρχία και κρατική υπόσταση, αλλά και να απορροφούν χωρίς ντροπή το υστέρημα τού Λαού, έχοντας ‘ρυθμίσει’ την πλήρη ατιμωρησία τους.
Ολοι αυτοί είχαν βαθειά εντρυφήσει και αποδεχθεί τον μαρξισμό, ως Φιλοσοφία απόλυτη, σε βαθμό ‘Θεολογίας’. Ακόμη και για τα διαπραττώμενα από τον Υπαρκτό, εγκλήματα, υπήρχε έτοιμη λύση: η συγκράτηση τών οπαδών με την εφεύρεση τών ιδιαιτεροτήτων τού Ευρωπαϊκού χώρου και την ‘αληθή’ ερμηνεία τού Μαρξισμού από αναθεωρητές (Καστοριάδη, Αξελό, Αλτουσέρ, Μαρκούζε, Σαρτρ κλπ).

Μάταια, όπως απεδείχθη. Γιατί ο Μαρξισμός ως Yλισμός δεν μπορεί να είναι φιλοσοφία, δηλαδή μεταφυσική, ούτε να γονιμοποιήσει καμμιά φιλοσοφική ή άλλη σκέψη. Ο Μαρξ υπάγει την γνώση, δηλαδή την κουλτούρα, στην δικαιοδοσία τών παραγωγικών δυνάμεων, και την διανομή – διάθεση τού προϊόντος στην (προλεταριακή) Τάξη. Τόνισε ιδιαίτερα την συνδετική δύναμη τής ταξικής προλεταριακής ενότητος στην παρόρμηση ικανοποίησης και μάλιστα αναδρομικά, ματαιωμένων επιθυμιών ζώντων τε τεθνεώτων καθώς και επερχομένων μελών της, τούς οποίους προτρέπει σε διαρκή επαναστατική πρακτική, χαρακτηρίζοντας μάλιστα ως ‘κλοπή’ την διάθεση τής υπεραξίας. Ευφυώς βέβαια, απέφυγε να ορίσει το Είναι τών Τάξεων και ιδιαίτερα τής εργατικής, προκαλώντας θλίψη τόσο στον Φρ. Εγκελς, που επιμελήθηκε την τελική έκδοση τού ‘Κεφαλαίου’ όσο και στον Λούκατς, δίνοντας όμως ιδιαίτερη χαρά στην συμμορία Λένιν – Στάλιν που, βασισμένοι στην ‘μικρή’ αυτή παράλειψη, δημιούργησαν τήν Ρωσσική Αυτοκρατορία πάνω στις πλάτες, με ή χωρίς κεφάλια, τών υπηκόων τους, κάτω από τον μανδύα τής ..διεθνούς ‘επανάστασης’.

Πιό ειλικρινής ο Μάο, διερωτώμενος αν ο μαρξισμός ‘καταστρέφει κάθε δημιουργική διάθεση’ απήντησε μόνος, ως δικαστής και εκτελεστής θετικά και φρόντισε να ξεπαστρέψει με τη σειρά του κάποια εκατομμύρια ‘πράγματα’ (ανθρώπους κατά τον ιστορικό υλισμό) εν ονόματι τής ‘μορφωτικής’ του επανάστασης.

Ετσι ελυμάνθηκαν τις οικονομίες λαών, αλλά και τις ελπίδες τών απανταχού ‘μαρξιστών’. Και είναι απορίας άξιο πώς η ευρωπαίκή διανόηση δεν αντελήφθη ότι η ‘κλοπή’ τής υπεραξίας, ‘…αυτόματα διατυπώνει πρόταση ηθικής τάξης, που παραπέμπει στον πολιτισμό δηλαδή στον Χριστιανισμό’ (Γ. Γεράσης). Και ενώ δι’ Αυτού, ολόκληρη η κοινωνική τάξη είχε καταχωρηθεί ως απαξία με επακόλουθο την έκλειψη κάθε νομιμοποιητικής βάσης για διάκριση σε προνομιούχους και μή, αναδεικνύοντας την πλατωνική ιερότητα τού ανθρώπου, καθώς και σε προνομιούχες και μή εργασίας, ο Μαρξ με τα περί κλοπής επανέφερε τις διακρίσεις, καθώρισε τούς ‘δικαιούχους’ τής επιχείρησης εκμετάλλευσης και έδωσε την δυνατότητα στους πάσης φύσεως ‘βαθμοφόρους’ του να φάνε ενσυνείδητα την ‘υπεραξία’ εκατομμυρίων, χωρίς κανένα φιλοσοφικό προβληματισμό. Και φυσικά να προσπαθούν να καταργήσουν κάθε αντίθετη φωνή και ιδιαίτερα την αρχαιοελληνική και πατερική διανόηση, Φιλοσοφία και Ιστορία.

Πείτε τόν μαρξισμό, άν θέλετε, οικονομική θεωρία, κοινωνιολογία, κρατισμό, θεωρία στρατοπέδων ή οδηγό παραδεισιολόγων. Σε κάθε περίπτωση συνιστά αθεμελίωτη οντολογία που αγνοεί δραματικά τί είναι ο άνθρωπος. Κάτι που φάνηκε στην περίπτωση τής Ελλάδος. Αρκεί να κοιτάξουμε τον κ. Πάγκαλο και άλλους ανανήψαντες ‘Σοσιαλιστές’ έναντι τής μορφής τού κ. Πούτιν, και το υπόβαθρο δόνησης ψυχής τής κας Κανέλλη έναντι τής κας Παπαρήγα.

Δημοσιεύθηκε στον Πατρινό Τύπο τής 13/6/11

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: