Archive for Ιουλίου 2011

Το πρόβλημα των εισακτέων στα ΑΕΙ και η παγίδευση τής Αννας

25/07/2011

Στην στατιστική, υπάρχει η κανονική κατανομή τών χαρακτηριστικών ενός πληθυσμού, όπου η μέση τιμή είναι η …. μέση τιμή και η απόκλιση από αυτήν είναι η…απόκλιση από αυτήν. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μετρώντας πχ το μέσο βάρος ενός δείγματος τών ανθρώπων , αν αυτό εκφράζεται από κανονική κατανομή, τότε η μέση τιμή τών περισσοτέρων, θα είναι στην μέση, θα έχουμε όμως και περιπτώσεις εκατέρωθεν εξ ίσου τής μέσης.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση τής πραγματικής επίδοσης τών μαθητών. Γι’ αυτό και ελέγχεται ως ‘αφύσικη’ η βαθμολογία στα Λύκεια, όπου σχεδόν το σύνολο συσσωρεύεται γύρω στα 18. Πράγμα που αποδεικνύεται με τις χαμηλές μέσες βαθμολογίες στις, κατά τεκμήριο αδιάβλητες, πανελλήνιες εξετάσεις.

Με τις τρέχουσες λυκειακές συνθήκες, οι άριστοι, αυτοί πού ξεπερνούν το 18 στις πανελλήνιες εξετάσεις δεν είναι παρά μικρό ποσοστό, λιγώτερο τού 20%, των εξεταζομένων 100000 περίπου αποφοίτων. Η απλή λογική μας λέει ότι το πολύ τόσοι, πρέπει να εισαχθούν στα ΑΕΙ, για να έχουν την δυνατότητα να αναπαράγουν το ερευνητικό δυναμικό και να επανδρώσουν τις ανώτερες θέσες τού κρατικού μηχανισμού τής χώρας.

Ομως το Υπουργείο εισήγαγε -με την χρηματοδότηση από την ΕΕ, τήν αλόγιστη επέκταση τών ΑΕΙ, σε ιδρύματα και αριθμό εισακτέων. Μια επέκταση απαραίτητη ίσως σε χώρες τής Ευρώπης όπου επέλεγε συνέχιση τών σπουδών λιγώτερο τού 10% τών αποφοίτων λυκείου, καθόλου όμως απαραίτητη στην Ελλάδα, που ξεπερνούσαν εδώ και σαράντα χρόνια το 20%. Αυτή η μη ‘φυσική’ κατανομή, διέλυσε κυριολεκτικά την ουσία τής Ανωτάτης Παιδείας, διάλυση που καλείται τώρα η Υπουργός να αναστρέψει παρότι, το ίδιο το κόμμα της ήταν ο βασικός υπεύθυνος γι’ αυτό το χάλι.

Είχε λοιπόν, μπροστά της μια προϋπόθεση και ένα δίλημμα: να εναρμονίσει πρώτα λειτουργικά από κάτω προς τα πάνω, δημοτικό – λύκειο – μεταλυκειακή εκπαίδευση και ΑΕΙ και εν συνεχεία να αποφασίεσει ακαδημαϊκά ή όχι, για τα ΑΕΙ; Γιατί αν λειτουργήσει με κριτήριο την ακαδημαϊκότητα, είναι υποχρεωμένη να περιορίσει τον αριθμό τών εισακτέων στα ‘φυσιολογικά’ πλαίσια τού 20%, και να καταργήσει τμήματα τών ΑΕΙ τα αντικείμενα τών οποίων δεν μπορούν να αποτελέσουν επιστημονικό πεδίο.

Χωρίς την προϋπόθεση ως καταλύτη, το αποτέλεσμα τής όποιας απόφασης θα είναι όλοι οι μη εισαγόμενοι να στραφούν είτε στα αναγνωρισμένα πλέον ‘κολλέγια’ είτε σε εύκολα πανεπιστήμια τού εξωτερικού, με εκρροή πολύτιμου συναλλάγματος και πλήρη ισοτιμία τίτλων και οανισοτιμία υσίας, δημιουργώντας επιπρόσθετα κοινωνικό πρόβλημα στις πόλεις και χωριά που έγιναν τα τμήματα αυτά, μια και ήταν ‘κοινωνικά’ τα κριτήρια ίδρυσής των. Αν από την άλλη, για να λύσει το ‘κοινωνικό’ πρόβλημα, υποβαθμίσει μέρος τών ΑΕΙ και τα μετατρέψει σε ανώτερες επαγγελματικές σχολές αυτό θα θεωρηθεί μειωτικό και το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο.

Ετσι, επέλεξε με το σχέδιο νόμου να μεταφέρει το πρόβλημα, στα …ΑΕΙ χορηγώντας δήθεν ‘αυτοδυναμία’ δηλαδή ελέγχοντάς τα ασφυκτικά (εισάγοντας εξωτερικά μέλη στα Διοικητικά Συμβούλια τών ΑΕΙ επιλεγμένα με ….κοινωνικά κριτήρια καταξίωσης!!!) και τα οποία ΑΕΙ, θα αποφασίσουν αυτοδύναμα, δηλαδή υπό τον έλεγχο μιάς … Άνεξάρτητης’ Αρχής (ΑΔΙΠ) με …’κοινωνικά’ κριτήρια για τα ‘ακαδημαϊκά’ προγράμματα σπουδών τους, Τραγέλαφος. Και έτσι θεωρεί ότι ξεπερνά το πολιτικό πρόβλημα μή ορθολογικού σχεδιασμού. Δυστυχώς.
Δημοσιεύθηκε στον Πατρινό Τύπο τής 25-7-11

Advertisements

Τα ΑΕΙ τής Αννας

18/07/2011

Δεν αποτελεί έκπληξη το ότι η Κυβέρνηση θεωρεί την Παιδεία και την Ανωτάτη ειδικώτερα, σαν εισαγόμενη Μόδα, με τις επιταγές τής οποίας πρέπει να συμμορφώνεσαι. Αλλωστε, από το 1981 εφάρμοσε ό,τι αυτή, και οι εξ εσπερίας άκαπνοι σύμβουλοί της, έβλεπαν σαν φοιτητές ή σαν υποκείμενα εφαρμογής μαλακής ισχύος τών δυτικών μητροπολιτικών κέντρων. Χωρίς φυσικά να αντιλαμβάνονται τί πάνε να εφαρμόσουν και πού. Γι’ αυτό άλλωστε και διαλύθηκαν οι δομές τής σύνολης εκπαίδευσης. Χωρίς κάν ομολογία μετανοίας, αναιρεί ανερυθρίαστα, προηγούμενες πολιτικές της, αφού καταταλαιπώρησαν τήν ήδη ταλαίπωρη παιδεία και τις υποκαθιστά με αλλοπρόσαλλα μείγματα, που παρουσιάζει πομπωδώς ως φιλόδοξη πολιτική τού 21ου αιώνα.

Στο νέο νομοσχέδιο περί ΑΕΙ, αρκεί η εισαγωγή, για να αντιληφθεί κανείς ότι η όλη ιστορία είναι για ένα νέο ‘μνημόνιο’, στην εκπαίδευση αυτή τη φορά. Το ερώτημα άν ξέρουν τί τούς γίνεται ή απλώς εκτελούν εντολές, παρέλκει.

Αυτό που δεν μπορεί να αντιληφθεί, μάλλον λόγω παιδείας και φιλαρχίας, η κυβέρνηση, είναι ότι η Παιδεία και η Ασφάλεια (Εξωτερική Πολιτική και Αμυνα) τού κράτους εξαιρούνται από κάθε διεθνή συνθήκη όπως πολύ σωστά έγινε και στην συνθήκη τής ΕΟΚ. Γιατί άλλο πράγμα πχ είναι να κατηγοριοποιώ, σύμφωνα με την συνάντηση τής Μπολώνιας και να παρουσιάζω τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα κάθε ΑΕΙ και τις αντιστοιχίες μαθημάτων και πτυχίων και άλλο να δέχομαι άκριτα κάθε ευρωπάρλα τών ευρωατλαντικολιγούρηδων. Πάντοτε τα Πανεπιστήμια γνώριζαν τις δυνατότητες, ερευνητικές και εκπαιδευτικές, τών άλλων Πανεπιστημίων και καθηγητών, μέσα από εργασίες, συνέδρια, μεταπτυχιακά φοιτητών κλπ (δεν χρειάζεται καμμιά επίσημη βούλα από το κράτος ή προσαρμογής σε ‘Λισαβώνες’, για το αν πχ. η έρευνα και η διδασκαλία στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή στην Λογοθεραπεία, υπηρετούνται αποτελεσματικά στο ΤΕΙ τής Πάτρας).

Ομως πουθενά στο σχέδιο δεν υπάρχει ορισμός τού τί θεωρεί Πανεπιστήμιο. Ομιλεί περι ….πυλώνων λές και είναι στύλοι υψηλής τάσης τής ΔΕΗ. Και αγνοεί παντελώς ότι ο ρόλος τών ΑΕΙ δηλαδή τής επιστήμης, τής κατ’ εξοχήν μορφής εγκόσμιας γνώσης, είναι η εξυπηρέτηση δύο θεμελιωδών και διακριτών μεταξύ τους, ‘οικονομικών’ προβλημάτων: τής παραγωγής και τής διανομής. Ητοι, αφ’ ενός τών τεχνικών μέσων και αφ’ ετέρου τών αξιακών κανόνων διανομής τού προϊόντος και τής υπεραξίας, που επιτρέπουν την παραγωγή προϊόντος περισσότερου από τις απαιτήσεις. Η Υπεραξία προέρχεται κατά κύριο λόγο από την γνώση και μαζί με την εργασία αποτελεί κοινό κτήμα τής κοινωνίας δηλαδή πολιτισμό ή κουλτούρα. Τα ΑΕΙ και τα μέλη τους, δεν είναι, ως μη άμεσα παραγωγικές μονάδες, παρασιτικοί φορείς, αλλά, ως εργαζόμενοι στην Παδεία, είναι εκείνοι ακριβώς οι φορείς τής καθολικής συνείδησης πολιτισμού, που συμβάλλουν ουσιαστικά με την γνώση και την τεχνική και υποβαστάζουν την παραγωγική διαδικασία ‘..όχι ως άρπαγες ή παράσιτα, αλλά ως νόμιμες και υπεύθυνες εστίες ρύθμισης και συντονισμού τών κοινωνικών δυνάμεων ή ολοκλήρου τού συστήματος’ (Γιάννης Γεράσης).

Εδώ ακριβώς ευρίσκεται το παράδοξο και συνάμα πρόβλημα τής κυβέρνησης αυτής. Η επιστήμη απετέλεσε την έγκυρη και αποδεκτή νομιμοποίηση τής νεωτερικότητος και μάλιστα τον αδιαμφισβήτητο εγγυητή, στην θέση τού ‘καταργηθέντος’ Θεού, τής …ισότητος τών ανθρώπων, ενός, δηλαδή, καθαρά μεταφυσικού προβλήματος. Αυτό όμως λειτουργεί ως αυτεπίστροφον, στα πλαίσια τών στόχων περί παγκόσμιας διακυβέρνησης (οικονομικής κατ’ αρχήν) υπό τών Πρωθυπουργικών χειλέων και συνακόλουθα τών μη αντιδρώντων υπουργών, που προϋποθέτουν την ύπαρξη επιλέκτων και την αναγέννηση κοινωνικών και ταξικών διαιρέσων. Δηλαδή την επιστροφή στούς σκοτεινούς χρόνους.

Δημοσιεύθηκε στον Πατρινό Τύπο τής 18/7/11

Πόσα Χρωστάμε;

18/07/2011

Κάτι πάνω από «Ενα Τρισεκατομμύριο Ευρώ» ή αν θέλετε τριακόσια πενήντα τρισεκατομμύρια δραχμές.
-Σε ποιούς χρωστάμε; Πρίν κυρίως σε ιδιώτες, αλλά ο Παπανδρέου, ‘κατάφερε’ μέσω τών διαφόρων μνημονίων, το χρέος να μετατραπεί σε σημαντικό ποσοστό σε οφειλές προς κράτη.
-Για πότε τα χρωστάμε; Κατανέμονται χρονικά. Ευτυχώς η ΝΔ κατάφερε και μετέτρεψε κατ’ ουσίαν ένα σημαντικό κομμάτι τού δανεισμού σε μακροπρόθεσμο (είκοσι και τριάντα έτη με επιβάρυνση λιγώτερη από 0,3% πάνω από όσο δανειζόταν η Γερμανία!!) παρά τα ουρλιαχτά τών βουλευτών τού ΠΑΣΟΚ που την …εγκαλούσαν (τρομάρα τους) γι’ αυτό και ζητούσαν μονοετείς και διετείς διάρκειες.
-Και πόσο, λοιπόν, αξίζει ένα πενηντάρικο ευρώ τής χώρας μας; Οσο δέκα καφέδες ή δύο ευρώ αγοραστικής δύναμης δραχμής.
-Περιλαμβάνονται τα ασφαλιστικά ταμεία σ’ αυτά; Ναι, είναι διακόσια πενήντα δις που πρέπει να καλυφθούν από τους φορολογουμένους.
-Γιατί αυτό, αφού είναι ανταποδοτικά χρήματα τών ασφαλιστικών εισφορών όλων; Διότι τα αποθεματικά τών ταμείων εξαερώθηκαν πρώτον λόγω πληθωρισμού, με την παλαιότερη υποχρεωτική άτοκη κατάθεση στην ΤτΕ και δεύτερον και κυριώτερον με την απόφαση από τους Σημίτη – Παπαντωνίου, να επιτραπεί το τζογάρισμα τών χρημάτων στο Χρηματιστήριο, με εγκάθετους διοικητές, αγοράζοντας φούσκες. Με αποτέλεσμα τα λεφτά να καταλήξουν στις τσέπες ελλήνων και ξένων κερδοσκόπων, μαζί φυσικά με τις περιουσίες ελλήνων αφελών που, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε από χρηματιστήριο, έπαιζαν με την προτροπή τής κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ.
Πώς είπατε; Οχι, κανείς δεν κάθησε στο σκαμνί, ούτε για το 1999 ούτε για το 2000.
-Η κυβέρνηση θα εισπράξει όμως 50 δις από πωλήσεις τού μεσοπρόθεσμου, που θα ανακουφίσουν την οικονομία, έτσι δεν είναι; Αυτά είναι όνειρα θερινής νυκτός. Πρώτον γιατί ό,τι εισπραχθεί, θα σταλεί για πληρωμή ‘τόκων’. Δεύτερον όταν ξεπουλάς σε κακές εποχές, οι αγοραστές θα περιμένουν λίγο ακόμα να σε στριμώξουν περισσότερο, ώστε να τα πάρουν κοψοχρονιάς. Τώρα γιατί να ξεπουλήσεις, αφού σου λένε ότι χρεωκοπείς έτσι κι αλλοιώς και δεν σώζεσαι, και να μείνεις χωρίς περιουσία, ενώ μπορείς να σώσεις τουλάχιστον αυτά, αφού το αντίτιμο τής πώλησής τους δεν θα πάει στην ελληνική οικονομία, αυτό αφορά μάλλον ψυχαναλυτές, αφού αυτό μαζί με όλα τα μνημόνια, εκφεύγουν τών ορίων τής οικονομικής επιστήμης και πρακτικής.
-Ομως δεν μπορεί να είμαστε μπαταξήδες; Οχι βέβαια, εφ’ όσον και το χρέος είναι πραγματικό. Μην ξεχνάτε ότι σημαντικό τμήμα είναι λογιστικό και προϊόν τζογαρίσματος διεθνών τζογαδόρων και τραπεζών.
-Μπορεί να γίνει κάτι; Οχι με τις δεδομένες κυβερνητικές επιλογές, αφού είναι αδύνατη η εξυπηρέτηση τέτοιου χρέους με την εξουθένωση τής ελληνικής κοινωνίας. Ναί, εφ’ όσον δεν κάνουμε …..τίποτα. Δηλαδή δεν ξεπουλήσουμε όσο όσο, δεν ζητήσουμε νέο δανειο, αλλά απαιτήσουμε συνολική ευρωπαϊκή λύση που θα οδηγεί στην αναδημιουργία τού ευρώ, στην δημιουργία μηχανισμών διαχείρισης και ελλειμμάτων και πλεονασμάτων για όλη την ΕΕ, στην αναδιάρθρωση τού χρηματοπιστωτικού συστήματος της και στην αντίληψη τής ΕΕ ως ενιαίας έναντι όλων τών τρίτων.
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα αν, ας πούμε, κάναμε μια πλήρη εκκαθάριση χρωστουμένων και ανειλημμένων υποχρεώσεων.
Δημοσιεύθηκε στον Πατρινό Τύπο τής 4/7/11

Ποιά Ευρώπη;

18/07/2011

Είναι εξοργιστικό να ακούμε καθημερινά την κυβέρνηση και τα κανάλια – εκπροσώπους της, να αναμασάνε λέξεις και φράσεις για την ανάγκη να γίνουμε ‘ευρωπαίοι’, δηλαδή να αποδεχόμαστε, χωρίς να στεκόμαστε κριτικά, τις επιταγές τών Βρυξελλών. Απαιτούν δηλαδή, κολοσιαία προβλήματα να λύνονται δια τής …. υπογραφής ‘συμφωνιών’. Ετσι, απλά και δισδιάστατα σαν να είμαστε σε βαγόνι τραίνου. Ξεχνώντας ότι η Ευρώπη (Δυτική) απέτυχε να λύσει οποιοδήποτε ζήτημα. Οπως το Ανατολικό , το Μεσανατολικό, το Κυπριακό, το Γιουγκοσλαβικό κλπ. Αλλά και πιό ‘πεζά’, όπως το θέμα τής παραγωγής και αναδιανομής τών προϊόντων.

Η Δυτική Ευρώπη υπό τον μανδύα τού φιλελευθερισμού, «..παρ’ ότι βρέθηκε με τεράστια τεχνολογικά μέσα διάδοσης πολιτισμού, εν τούτοις δεν μπόρεσε να παράγει πολιτισμικά αποτελέσματα..» (Γερ. Κακλαμάνης). Απλά θεώρησε εαυτήν ανώτερη κάθε άλλου πολιτισμού και … ξεμπέρδεψε.

Ετσι ξεκίνησε η αλόγιστη σπατάλη φυσικών πόρων, με άλλα λόγια η άκρατη απολαβή από τις ευρωπαίκές δυνάμεις, τών πρώτων υλών, από τις κατ’ ευφημισμόν αποικίες. Εν συνεχεία, η απαίτηση πλούτου και μη αναδιανομής τού προϊόντος, εκφράσθηκε ως ‘πρόοδος και ανάπτυξη’ με επιβολή απαγόρευσης πάνω στους ‘κατώτερους’ να αναπτύξουν οι ίδιοι την τεχνολογική εκεμετάλλευση τών πόρων, αλλά και απαίτησης να παραμείνουν στις χώρες παραγωγής. Πράγμα που απαιτούσε ‘κατάλληλες’ πολιτικές συνθήκες. Δηλαδή α-Παιδεία.

Αυτό πέτυχε μέν μέχρι και τον 19ο αιώνα, κυρίως λόγω τής τεχνολογικής υπεροχής, ο 20ος όμως χάλασε ελαφρώς τα σχέδια. Διότι ο φιλελευθερισμός απαιτούσε, πρώτον συνεχή κλοπή πλούτου και, δεύτερον, αποδοχή από κάθε άλλον τών θεωρήσεών του, παραγνωρίζοντας, φυσικά, ότι υπάρχουν, ιδιαίτερα στην Μεσόγειο, πολιτισμικά δεδομένα πολύ εδραιώτερα τού ‘φιλελευθερισμού’. Η μη αποδοχή, πλέον, τής Δυτ. Ευρώπης ως νοηματοδοτικό κέντρο τού παγκόσμιου πολιτισμού, οδήγησε στην αναγνώριση ως ‘Μητρόπολης’ τών ΗΠΑ και επεφύλαξε στην Ευρώπη τον ρόλο τού πολιτικού μηδενός.

Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον γιατί παρά τις εντατικές προσπάθεις, τις ακριβοπληρωμένες λειτουργίες και τούς ‘ειδικούς’ της, η μετεξέλιξη τής Ευρώπης σε Ευρωπαϊκή Ενωση έχει περισσότερο τον χαρακτήρα πολιτικού φολκλόρ και οργανισμού αποκατάστασης παίδων τών διαφόρων Ευρωγραφειοκρατών, παρά ιστορικώς δρώσης πολιτικής οντότητος.

Διαπιστώνεται άλλωστε καθημερινά, η αδυναμία ανάπτυξης εξωτερικής πολιτικής, η αδυναμία να κατανοήσει τούς χειρισμούς τών μητροπολιτικών κέντρων τού πλανήτη και η δυνατότητα να δρά στρατηγικά. Αλλά και στο επίπεδο τής πνευματικής παραγωγής, από τα κοσμογονικά γεγονότα τής κατάρρευσης τής Σοβιετικής Ενώσεως και εντεύθεν, η Ευρώπη δεν ‘πήρε μυρουδιά’. Φεύγοντας ο ‘εχθρός’ από την μέση, η Ευρώπη βρέθηκε χωρίς ‘ιδεολογία’ και χωρίς συνεκτικό ιστό. Αποτέλεσμα η ανυπαρξία θεωρίας περί τής Ευρωπαϊκής Ενωσης, άρα και η αδυναμία αντιμετώπισης τών εσωτερικών καταστάσεων.

Με την Αγγλία να έχει, αν δεν οδηγεί κατ’ ουσίαν, κοινή πολιτική με τις ΗΠΑ και τις διακηρυγμένες απόψεις της περί παγκοσμιοποίησης και νεοφιλελευθερισμού, η ΕΕ συμφώνησε σε μια πολιτική που μόνο μητροπόλεις μπορούν να διαθέτουν. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα, μετά την αδυναμία αυτοτελούς εξωτερικής πολιτικής, και το πλήρες οικονομικό χάος τής ΕΕ, όπου για πρώτη φορά οι ζώντες ζούν σε βάρος παιδιών και εγγονών. Που δεν είναι θέμα βέβαια ελλειμμάτων Ελλάδος ή Ισπανίας κλπ, αλλά πλήρης αδυναμία τής ΕΕ να κατανοήσει την θέση της στον κόσμο και ιδίως να θέσει πρόταση πολιτισμού της.
Δημοσιεύθηκε στον Πατρινό Τύπο τής 27/6/11

Ευρώ, Ευρώπη και το Λάθος ΙΙ

18/07/2011

Οι σκεπτικισμός μας έναντι τού ευρώ έχει διατυπωθεί πολλές φορές. Ωστόσο δεν εμφορούμεθα από μια αντίθεση έναντι τής ΕΕ. Το πρόβλημα είναι πρακτικό. To ευρώ γεννήθηκε χωρίς τις τρείς βασικές προϋποθέσεις δημιουργίας και λειτουργίας ενός κοινού νομίσματος: δυνατότητα δημιουργίας ευρωπαϊκού ελλείμματος, μηχανισμό διαχείρισης χρέους και μηχανισμό διαχείρισης ευρωπαϊκών πλεονασμάτων.

Κάτω από τα φληναφήματα περί ‘παγκοσμιοποίησης’, μια μικρή οικονομική και πολιτική ολιγαρχία, συνδεδεμένη με την τραπεζική και χρηματιστηριακή διεθνή κερδοσκοπία, λεηλάτησε για δεύτερη φορά μετά το 1999 και μετέφερε έξω τον πλούτο τής χώρας. Ταυτόχρονα εκχωρήθηκε η δυνατότητα ‘έκδοσης’ χρήματος μόνο στις ιδιωτικές τράπεζες, που επέβαλλαν τις θελήσεις τους, μέσω του ανοιγοκλείματος τής στρόφιγγας δανεισμού τών επιχειρήσεων και τών κρατών. Και ενώ η αμερικανική οικονομία απορροφούσε μανιωδώς τα πλεονάσματα τών τρίτων χωρών.

Η κατάρρευση όμως τής αμερικανικής τοξικής αγοράς ακινήτων υποχρέωσε τα κράτη να παρέμβουν και να ενισχύσουν τις τράπεζες με ζεστό χρήμα. Ομως όταν η κρίση χτύπησε τα ίδια τα κράτη, η ΕΕ αντέδρασε κάνοντας το αντίθετο από ότι πχ η Κίνα. Προχώρησε σε δανειοδότηση τών υπερχρεωμένων κρατών με υπέρογκα επιτόκια έναντι ασφυκτικής περιοριστικής πολιτικής, αντί να προχωρήσει σε επενδυτική αναπτυξιακή πολιτική.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Βλέποντας το αυτό οι τράπεζες, θεωρούν δεδομένο ότι δεν θα πάρουν πίσω αυτά που τούς χρωστούν τα κράτη και δεν προχωρούν σε δανεισμούς, ούτε προς τα κράτη, ούτε προς τις επιχειρήσεις. Αποτέλεσμα ύφεση, μείωση εσόδων, αύξηση χρεών κρατών και ακόμα πιό μεγάλος πανικός στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Η κυβέρνηση έπρεπε να σταθμίσει και διαπραγματευθεί με την ΕΕ τις δράσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μια και το πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό και όχι αυστηρά ελληνικό ή ιρλανδικό, για το όφελος τής ευρώπης και τού ευρώ, αντι-προτείνοντας εγκαθίδρυση μηχανισμών που προαναφέρθηκαν ως προϋποθέσεις τού κοινού νομίσματος, σε συνδυασμό με την απελευθέρωση τών περιφερειακών κονδυλίων τής ΕΕ, μέσω τής Ευρωπαϊκής τράπεζας Επενδύσεων, χωρίς την προκαταβολή τών κρατικών συνεισφορών. Επρεπε επι πλέον να προωθήσει την αναπτυξιακή πολιτική σε συνδυασμό με τον τερματισμό τού ανόητου μοντέλου λειτουργίας τής οικονομίας μας ως ‘υπηρεσιών’ και να επαναφέρει τούς διαλυθέντες, από το 1980 διαχρονικά, τομείς τής πραγματικής οικονομίας, στην σύγχρονη παραγωγή αγροτικών, αλιευτικών, μεταλλευτικών, τουριστικών κλπ προϊόντων.

Αντ’ αυτών επέλεξε την αδιέξοδη ‘λύση’ τής εσωτερικής υποτίμησης, μέσω τής μείωσης τών μισθών, που ήσαν ήδη κάτω από τον μέσο τής ΕΕ (14η θέση) και αύξησης του ΦΠΑ, αγνοώντας τελείως το τί θα γίνει με το εκ 30 δις ευρώ ετησίως εμπορικό έλλειμμα. Τα δε δάνεια τα χρησιμοποίησε για την μετατροπή τού ιδιωτικού χρέους σε διακρατικό με εκχώρηση κυριαρχίας.

Η αγορά πολιτικού χρόνου στην αρχή κάποιας κρίσης είναι πάντα εφικτή. Μεσούσης όμως τής κρίσης, οι πρωθυπουργικοί χειρισμοί με είπα – ξείπα, παλινωδίες και ανασχηματισμούς δύσκολα γλυτώνουν την κυβέρνηση από την λαϊκή οργή. Το ότι δεν είχαν βγεί οι Ελληνες στούς δρόμους νωρίτερα είναι ένα ερώτημα. Το ότι δύσκολα θα μαζευτούν οι συμπολίτες μέσα, είναι βέβαιο. Το που θα βρίσκονται οι κυβερνώντες όταν τελιώσει η κρίση είναι άγνωστο.
Δημοσιεύθηκε στον Πατρινό Τύπο τής 20/6/11