Νόστος…

Η λέξη «Νόστος», γυρισμός στα νεοελληνικά, ετυμολογείται από το νέομαι (σανσκρ. νάζατε, Βλ. Λεξικό Σταματάκου), που σημαίνει επιστρέφω, γυρίζω, όχι γενικά στον τόπο μου, αλλά στην εστία μου. Γυρνώντας στην εστία, γυρνώ στην σχέση, στην σύντροφο που έχω πάρει (σ’ αυτό αντιστοιχεί νοηματικά το νάζατε). Γι’ αυτό και ο Νόστος είναι κάτι ηδύ και ευχάριστο, δηλαδή νόστιμον.

Παράγωγο τού Νόστου είναι και ο Νέστωρ, που ως χθονία θεότης επέβλεπε την επιστροφή τών άλλων. Επιστροφή που εξυμνήθη με την Οδύσσεια τού Ομήρου. Ομως ο Οδυσσεύς δεν γυρίζει απλώς στο σπίτι. Επιστρέφει στις ρίζες, στην Αρχή.

Αλλά πώς επιστρέφει; Επιστρέφει συνέχεια αγωνιζόμενος. Ενάντιος ποιού; Φυσικών κινδύνων κατ’ αρχήν, τούς οποίους αντιμετωπίζει όρθιος, με το κουράγιο τού σώματος και το μυαλό και, αφ’ ετέρου, τής λήθης, λησμονιάς (βλ. Στ. Ράμφου, ‘Νόστος’, Ροές, 1987).

Καλυψώ, Ναυσικά, Κίρκη, Λωτοφάγοι, Σειρήνες, προσπαθούν να τον κάνουν να λησμονήσει, να χάσει το Πρόσωπό του, την Ανθρώπινη (έστω και θνητή) υπόστασή του, το Πνεύμα του. Κι’ ο Οδυσσεύς μάχεται ακριβώς με αυτό το πνεύμα, που τού ζητούν να αφήσει.

Το Πνεύμα όμως για να μην αλλοτριωθεί, οφείλει να είναι στεριωμένο κάπου. Σε κάποιες ρίζες (σε ώμους Γιγάντων πατήσαμε, δηλώνουν ευλαβικά, οι πραγματικοί μορφωμένοι επιστήμονες). Η ρίζα- αρχαιοτάτη λέξη, χρησιμοποιείται και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο Ομηρος, εδώ, αλλά και ο Ησίοδος στο Εργα & Ημέραι, αναφερόμενοι στις ρίζες, τού πνεύματος τού Οδυσσέως ο πρώτος και τής Γής ο δεύτερος, δηλώνουν με την λέξη ρίζα, την Αρχή τών Οντων.

Ο Οδυσσεύς, υπερασπιζόμενος την ρίζα – Αρχή (και είδεν ὁ Θεός το φώς, ότι καλόν. Γεν.4), πυροδότησε την Ελληνική Εμπειρία εκζήτησης τής Αρχής, που συνεχίστηκε με τον Θαλή, τον Αναξίμαδρο, τον Αναξαγόρα, τον Δημόκριτο. Μια εκζήτηση, που διέλυσε τα μυθολογικά, θρησκευτικά συντάγματα και τις φυλετικές κοινωνίες, ώστε να φτάσει μέσω τού Πλάτωνος – Σωκράτους, στην αναγνώριση τής ανθρωπίνης Υπαρξης ως Ιεράς.

Επι πλέον, ο Πλάτων διείδε ότι η σύσταση τής Γνώσης (επιστήμης) τών Οντων είναι «αδύνατη χωρίς την ύπαρξη σταθερού συστήματος αναφοράς» (Βλ. Γ. Γεράση, Η άρθρωση τής Εποχής, Ροές, 1991). Ως τέτοιο καθορίζοντας τον κόσμο τών Ιδεών για την Επιστήμη, έδωσε το απαιτούμενο πλαίσιο για την μελέτη τών αεί μεταβαλλομένων όντων τού κόσμου τών αισθήσεων, δηλαδή τών (ι)όντων.

Στο κοινωνικό επίπεδο, η ελληνική σκέψη δημιούργησε την Πόλιν, ως αντίστοιχο πλαίσιο αναφοράς τών Πολιτών. Ο Ελληνικός λόγος επετέθη στην μυθολογική φυλετική αιματοσυγγενική πυραμίδα και άλλαξε την σύστασή της, εισάγοντας την ιδιότητα του πολίτη ως εξ ίσου μετόχου στην πόλη. Η ισότητα τών ανθρώπων θεμελιώνεται, όχι στην ατομική εξίσωσή τους, αλλά στην ελευθερία χρησης και διάθεσης τής συμμετοχής τους στην πόλη – πολιτεία. Η ιεραρχία τών πολιτών πλέον, δεν συντελείται κληρονομικά, αλλά αποκτάται. Η πολιτική ιδιότητα αυτομάτως «…καθιερώνει την ισότητα απέναντι στους Νόμους και την Πολιτεία» (Βλ. Γ.Γεράση, Η Νεοελληνική Ταυτότητα, Ροές 1989).

Τώρα πλέον οι Πολίτες ‘εκκλησιάζονται’ δηλαδή καλούνται σε συνέλευση ΚΑΙ ‘συζητούν’, δηλαδή ‘ερευνούν, εξετάζουν και βοηθούν στην αναζήτηση (τού ορθού)’. Δεν μένει, ειμή μόνον η έλευση τού Χριστιανισμού για να γκρεμισθεί οριστικά η φυλετική κουλτούρα, που πρώτοι άρχισαν να εκθεμελιώνουν οι Αρχαίοι Ελληνες.

Ιδιαίτερα η Ορθοδοξία καταχώρησε ως απαξία ολόκληρη την κοινωνική τάξη, δηλαδή κάθε διάκριση σε προνομιούχους και μή, ανεξαρτήτως καταγωγής, φυλής, θέσης, δύναμης, ικανότητος ή ασχολίας. Ολοι είναι ίσοι ως πρόσωπα θεούμενα κατά χάριν Θεού. Βεβαίως δεν έχουν καταργηθεί ακόμη και σήμερα οι διακρίσεις (βλ.κληρονομικό δίκαιο), αλλά έπαψαν πλέον να έχουν θρησκευτική, δηλαδή ηθική, νομιμοποίηση και κάλυψη.

Συνεχίζοντας οι Πατέρες τής Ορθόδοξης Εκκλησίας, το μπολιασμα τής Ελληνικής Σκέψης με τον Χριστιανισμό, θεώρησαν ότι η βιολογική αναγκαιότητα (ενστικτα συντήρησης και πολλαπλασιασμού), η κοινωνική (θεσμοί, εξουσίες), αλλά και η φυσική αναγκαιότητα (φυσικοί Νόμοι) δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κατάργηση τής ελευθερίας τού ανθρώπου. Αντίθετα και ο απλός στοχασμός τού ανθρώπου πάνω σ’ συτές, συνιστά υπέρβαση ενστίκτων, θεσμών και φύσης. Η εισαγωγή τού Αυτεξουσίου αποδιώχνει και μετατρέπει το ‘προϋπάρχον κακό’, από συστατικό τού μυθολογικού κόσμου, σε πρόβλημα δυνητικής χρήσης τής ελευθερίας και τού αυτεξουσίου τού ανθρωπίνου Οντος.

Παράλληλα εισάγοντας την έννοια του εκκλησιαστικού Σώματος και τής διακονίας απορρίπτουν κάθε εξουσιαστική δομή και αναγνωρίζουν ότι, χωρίς ανατροπή τού εξουσιαστικού φαινομένου, δεν υπάρχει εκκλησιαστικό γεγονός. Η Εκκλησία «..δεν γνωρίζει την υποταγή τής ζωής στην ‘ορθολογική’ αρχή τής πλειοψηφίας ή στην τυρρανική αυθαιρεσία τής μειοψηφίας» (Βλ. Χρ. Γιανναράς, Η Νεοελληνική Ταυτότητα , εκδ. Γρηγόρη, 1983), αλλά στο άθλημα σχέσεων κοινωνίας.

Φθάνουμε έτσι στην αξεπέραστη πολιτική οικονομία τών Μεγάλου Βασιλείου και Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Ο Αγιος Βασίλειος αφού ξεκαθαρίζει ότι τα ρούχα που έχεις, απλώς τα φυλάσσεις για τους γυμνούς, το ψωμί για τους πεινασμένους και τα χρήματα σου γι’ αυτούς που έχουν ανάγκη, κεραυνοβολεί: λωποδύτη λέμε όποιον γδύνει τον ντυμένο, όμως πώς πρέπει να αποκαλούμε αυτόν που δεν προσπαθεί να ντύσει τον γυμνό; Πάπαλα ο εφησυχασμός. Δεν μπορεί να υπάρχει ειρήνη με καθεστώτα, ακόμα και ‘σοσιαλιστικής’ κοπής, που φτιάχνουν την (κατά Ζουράρι) ‘γυμνητεύουσα’ τάξη.

Ορθοτομεί ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς ότι ‘επειδή ο καθένας δεν μπορεί να παράγει όλα όσα τού χρειάζονται οπωσδήποτε όμως τα έχει ανάγκη όλα, μέσο ευρέθη το νόμισμα.’. Στοπ στα ‘ελάχιστα’ όρια διαβίωσης και στούς ελάχιστους μισθούς. Απόλυτη ισομοιρία. Οχι μόνο εγώ Φεράρι, αλλά και εσύ κι’ ο καθείς. Αναγκαίως, εδώ και τώρα, ομοίως. Και σαφέστατο στοπ στους τόκους, δηλαδή στις τράπεζες. Γιατί ο τοκογλύφος δεν αφαιρεί μόνο την ψυχή του και την ψυχή τού οφειλέτη, αλλά και τής ίδιας τής πολιτείας., αφού το κέρδος δεν προέρχεται από την χρήση τού χρήματος, δηλαδή από αναπτυξιακές επενδύσεις (όπως συνιστά η ευαγγελική περικοπή, στους αγιασμούς τών εγκαινίων επιχειρήσεων). Αριστοτελικό στόπ και στα κάθε είδους ΔΝΤ.

Κι ενώ όλοι μαζί οι Ορθόδοξοι Πατέρες, καταδικάζουν την εξουσία να έχει νομιμότητα μόνον εφ’ όσον διακονεί, δεκάδες, ‘νομπελίστες’ και μη, ‘οικονομολόγοι’ παλαιο- νεο- ταξικής υφής, αφού καθώρισαν τούς ‘δικαιούχους’ τής ‘επιχείρησης εκμετάλλευσης’ και έδωσαν την δυνατότητα στους πάσης φύσεως ‘βαθμοφόρους’ της, να φάνε ενσυνείδητα την ‘υπεραξία’ εκατομμυρίων ανθρωπίνων Οντων, χωρίς κανένα φιλοσοφικό προβληματισμό, προσπαθούν με νύχια και με δόντια να απογυμνώνουν την πολιτική οικονομία, δηλαδή τήν δικαιοσύνη νομής ήγουν διανομής, μακριά από οντολογικά περιεχόμενα και άλλα τέτοια πατερικά ‘ενοχλητικά’ για την ‘σκέψη’ τού μεταλλαχθέντος, από την Δυτική οντολογία τής ‘ατομικότητος’, πολίτη. Γι αυτό και δεν φαίνεται να υπάρχει διέξοδος από την σημερινή κρίση, εφ’ όσον δεν υπάρχει αλλαγή υποδείγματος.
Υποδείγματος Ελληνικής Σκέψης, που είναι το μόνο αντίβαρο έναντι τής νεωτερικής Δύσης, στην οποία Δύση προσεύχονται οι ντόπιοι ‘εκσυγχρονιστές’ και ηρακληδείς της Ευρωπαίας κενολογίας, χωρίς καν να διερωτώνται για την θεμελιώδη διαφορά τού Ελληνικού Λόγου, καθ’ όλην την ‘αργόσυρτη διάρκειά του’ (σταχυολογημένη έκφραση τού Κ. Ζουράρι, από το ‘Εν αινίγματι Πρόσωπα’, 2006, Αρμός), από τους Κρητο Μηκυναϊκούς Χρόνους μέχρι τις παρυφές του 21ου Αιώνα. Τέσσερις χιλιάδες χρόνια τώρα.

Καλή Χρονιά, Αδέλφια. Και μην κωλώνετε. Είστε από καλή γενιά.

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: