Αντί-Φάσεις

Η ελληνική κοινωνία μαστίζεται από τής επαναστάσεως και εντεύθεν, από μία εξαιρετικά μεγάλη, ‘κληρονομούμενη’ παθογένεια: η κυβέρνησή της δεν προέρχεται από τούς ανθρώπους τής ίδιας τής Κοινωνίας και τής πρώτης της γραμμής.

Εξηγούμαι: στην επαναστατημένη Ελλάδα δεν ανέλαβαν την διακυβέρνηση οι πολέμαρχοι, που με την σειρά τους θα καλούσαν τούς κατάλληλους, για τα εκτός στρατιωτικού αντικειμένου, θέματα, όπως πχ οικονομικά, νομικά, ναυτιλία, διεθνείς σχέσεις κλπ, αλλά από ανθρώπους που δεν είχαν κανένα έρεισμα συμμετοχής στο Κοινωνικό Σώμα, στην τοπική κοινωνία. Με μοναδικά προσόντα τους την …. προστασία και την ροπή προς την …κουτάλα, δηλαδή την πλήρωση τών αναγκών τής γαστέρας. Με ολέθρια αποτελέσματα για την κατάληξη τής επανάστασης.

Στην δε μετεπαναστατική και σύγχρονη Ελλάδα, η διακυβέρνηση βασίζεται και συνεχίζεται από τα ίδια πολιτικά τζάκια, εν είδει ‘χειροτονίας’, που με την μέθοδο τού εκμαυλισμού και διαχρονικού γενιτσαρισμού διαιωνίζουν την σταθερή παρουσία τους και όχι στούς αναδεικνυόμενους μέσα από το κοινωνικό σύνολο, διά τής εργασίας, επιτυχούς σταδιοδρομίας και κοινωνικής συμμετοχής τους. Συμμετοχής φυσικά σε επίπεδο σχέσεων κοινωνίας και όχι σε επίπεδο ατομικής περιχαράκωσης και αποκλεισμού.

Με άλλα λόγια, υπήρχε και υπάρχει τεράστια αντίφαση μεταξύ τών αντιλήψεων αναφοράς τού κοινωνικού συνόλου και τής εξουσίας. Μια διαφορά η οποία δεν γεφυρώνεται ούτε με προσπάθειες ηθικοπλαστικού τύπου, ούτε με οικονομικίστικες προτάσεις. Οι λεγόμενες παθογένειες τού πολιτικού συστήματος, που με την σειρά του κατηγορεί την κοινωνία για … ‘αντικοινωνική’ συμπεριφορά (όπως πχ φοροαποφυγή) είναι απόρροια αυτής τής διαφοράς.

Και επειδή το πολιτικό σύστημα αντιλαμβάνεται την αντίφαση αυτή, ως κίνδυνο, μοναδικός τρόπος επιβίωσής του είναι η άμετρη και άκριτη προσκόλλησή στην προστασία τής νεωτερικότητας. Σε ένα σύστημα δηλαδή που απέχει εξαιρετικά πολύ από το Κοινόν τών Ελλήνων και τις Κοινότητες που ελειτούργησαν διαχρονικά.

Στο Ελληνικό πολιτισμικό παράδειγμα προηγείται η οντολογική νοηματοδότηση τών σχέσεων συνύπαρξης και συνακόλουθα ιεραρχούνται οι ανάγκες τού βίου. Δεν απαξιώνονται βεβαίως οι χρηστικοί θεσμοί εξασφάλισης (Οικονομία, δίκαιο, κρατικές και εξουσιαστικές δομές) αλλά σχετικοποιούνται και έπονται. Αλλοιώς, υπάρχει ‘επίγνωση τών ορίων ανάμεσα στούς υπαρκτικούς στόχους και στα χρηστικά μέσα’ όπως το θέτει ο Χρ. Γιανναράς στην «Απανθρωπία τού Δικαιώματος».

Ο κοινωνιοκεντρικός χαρακτήρας συγκρότησης τής εκκλησίας τού Δήμου (και τής -μετέπειτα, κοινότητος) αποτρέπει τον τεμαχισμό τού βίου και θεωρεί κάθε μέλος ως πολιτικό όν (Αριστοτέλης). Γι αυτό και δεν έχει νόημα στην ελληνική αντίληψη το κόμμα ή η διαχωριστική ταμπέλλα ‘εμείς οι πολιτικοί’ η οποία έντεχνα διαχωρίζει το κοινωνικό σύνολο σε εξουσιαστές και υπηκόους. Με σαφή ‘στεγανοποίηση’ τών διαχωριστικών γραμμών που δεν μπορεί να υπερβεί ο λαός. Και όποτε αποτόλμησε εκλήθη η … ‘προστασία’. Οχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην κατ΄εξοχήν δυτική χώρα, την Αμερική.

Η όλη εφαρμογή τού κατ’ ευφημισμόν ‘αντιπροσωπευτικού’ συστήματος κατά το Δυτικό παράδειγμα, έχει μοναδικό στόχο την σαλαμοποίηση τών πάντων, έτσι ώστε να παραμείνει μοναδικός συνεκτικός ιστός η διαπλοκή. Δηλαδή το πλέγμα πολιτικής ισχύος που αποτελείται από τους εκάστοτε πολιτικούς σε συνεργασία με τους εκάστοτε εξωκοινωνικώς δρώντες τού οικονομικού συστήματος, με απλή βιτρίνα τα αντίστοιχα κόμματα.

Μόλις, λοιπόν, το νεωτερικό σύστημα κινδύνευσε από την αμφισβήτηση τού, εν πολλοίς βλακώδους, πολέμου τού Βιετνάμ, από μεγάλα τμήματα τής αμερικανικής και δυτικής κοινωνίας, αμέσως εφευρέθηκε η έννοια τής ‘πολιτικής ορθότητος’ δηλαδή τής διάσπασης τής κοινωνίας σε αμοιβαία αποκλειόμενα τμήματα, με πρόσχημα την έννοια τού ατομικού δικαιώματος, στο όνομα ενός ανέμου φιλελευθερισμού δήθεν, που μάλλον ελευθεριότητα έφερνε (και όχι μόνο με την τών ηθών έννοια).

Αμέσως μετά επεβλήθη επίτηδες και στανικά η πολυπολιτισμικότητα (sic) ως ενδοκρατική διαφορά, αντί τών εθνοτήτων που δύσκολα ανιχνεύονταν στα λίγο πολύ ομογενοποιημένα κράτη – έθνη, ώστε διαλυομένου τού εθνικού προτάγματος κοινωνικής και κρατικής συγκρότησης, να εφαρμοσθεί, χωρίς αμφισβήτηση, η παγκοσμιοποίηση (δια τών αγορών). Δηλαδή η αφαίρεση από το Κράτος (ειδικά τών μή μητροπολιτικών κρατών) κάθε κανονιστικής δικαιοδοσίας και παρεμβατισμού στην εξασφάλιση και προστασία αυτών τών ίδιων κοινωνικών, ιδιωτικών, ατομικών δικαιωμάτων, που υποτίθεται ότι προστάτευε το νεωτερικό κράτος και για τα οποία είχε συγκροτηθεί για να υπηρετεί το συγκεκριμένο ‘αντιπροσωπευτικό’ ‘πολιτικό’ σύστημα.

Αφού όμως η λογική τής εγγύησης αυτής, οδηγούσε κατ’ ευθείαν στην υπό τού κράτους άσκηση δημοσιονομικής (καθορισμού δημοσίων δαπανών, φορολογίας και χρήσης της) και νομισματικής πολιτικής (ρύθμιση τής ροής χρήματος, τής σταθερότητος τής αγοραστικής αξίας, ισοτιμιών για το εμπορικό ισοζύγιο καθώς και για την ρύθμιση τής εργασίας), έπρεπε να αφαιρεθεί από αυτά αυτό το δικαίωμα παρέμβασης δια τής παγκοσμιοποιήσεως (sic).

Να χάσει δηλαδή το κράτος οποιοδήποτε λόγο και δυνατότητα παρεμβατισμού στον σχεδιασμό και ρύθμιση τής παραγωγής, στην προσφορά και εξασφάλιση εργασίας και αμοιβών, στην νομισματική σταθερότητα, στην διανομή τών αγαθών και στην αναδιανομή τού πλούτου. Στις βασικές δηλαδή προϋποθέσεις κοινοτικής συμβίωσης και συντεταγμένης λειτουργίας τής κοινωνίας. Με άλλα λόγια να χάσει εσωτερικά την οποιαδήποτε δυνατότητα διαμόρφωσης τής ποιότητος ζωής, τών κοινωνικών και ιδιωτικών σχέσεων τών πολιτών και εν τέλει την επίτευξη πολιτισμού και εξωτερικά να χάσει οποιοδήποτε κύρος Ισχύος.

Και επειδή στην ΕΕ ήταν ελαφρώς αδύνατη η ανά μέλος ‘παγκοσμιοποίησή’ του, εφευρέθηκε το …Ευρώ. Ωστε αφ’ ενός να υποταχθούν τα κράτη μέλη στην προτεραιότητα τών αγορών ανεξάρτητα από το πολιτισμικό τους υπόβαθρο, χάνοντας το εκδοτικό τους προνόμιο και αφ’ ετέρου να αυτονομηθούν και καθιερωθούν οι ιδιωτικές τράπεζες και τα παρατραπεζομάγαζά τους ως μοναδικοί ‘παραγωγοί’ και ανενόχλητοι ρυθμιστές χρήματος δια τού δανεισμού, έναντι εκχώρησης κάθε ιδιωτικής ή κρατικής πλουτοπαραγωγικής πηγής.

Τα δε ενοχλητικά ‘μικροπροβλήματα’ τής προστασίας τής Υγείας, τής εξασφάλισης Εργασίας και τών Μισθών, να μετατραπούν, δια τής διάλυσης τού κοινωνικού ιστού, σε αλληλοφάγωμα εργαζομένων, ώστε να γίνουν αποδεκτές ρυθμίσεις προς τα κάτω.

Ακόμη χειρότερα ενισχύθηκε με πακτωλούς ευρωχρημάτων για λόγους ‘πολιτικής’ ορθότητος και ‘πολυπολιτισμικότητος (sic) η διάλυση εκ τών έσω τής Παιδείας και η ανάδειξη και επιβολή τής κατευθυνόμενης ‘εκπαίδευσης’, ώστε να θεωρείται πλέον ώς απαξία η οιαδήποτε μη τεχνοκρατική, μη οικονομικίστικη προσέγγιση και αναφορά σε Παιδεία, δηλαδή σε Πολιτισμό τού συγκεκριμένου κοινωνικού Σώματος.

Ιδιαίτερα χώρες όπως Ελλάδα, Βαλκάνια, Ρωσσία, όπου για αιώνες επικρατούσε η έννοια τής Εκκλησίας τού Δήμου, όπως ζυμώθηκε από την Χριστιανική Ορθοδοξία, θεωρήθηκαν πρόκληση αλλοίωσης τής φυσιογνωμίας τους, δηλαδή τής διαστροφικής πρόταξης τών ατομικών αναγκών (που είναι επακόλουθο), αντί τής οντολογικής νοηματοδότησης τού βίου, η οποία θα ιεραρχήση τις ‘ανάγκες’. Με αποτέλεσμα διά τού εκμαυλισμού, γενιτσαρισμού και χρηματισμού, τήν οργάνωση τών ‘ατόμων’ σε διαφοροποιημένες ομάδες διεκδίκησης ‘κοινών’ συμφερόντων και άσκησης στα όρια τού ‘επιτρεπτού’, φενάκης εξουσίας δια τού ‘αντιπροσωπευτικού’ συστήματος.
Ο παραλογισμός ύπαρξης και διατήρησης αυτού τού πολιτικού ‘αντιπροσωπευτικού’ συστήματος τού Διαφωτισμού, χωρίς τις αρμοδιότητες που το ίδιο το νεωτερικό υπόδειγμα επιτάσσει, για την προστασία και εξασφάλιση τών ατομικών δικαιωμάτων τών ατόμων, με ταυτόχρονη βάναυση καταπάτηση αυτών τών δικαιωμάτων, είναι ακριβώς η σχιζοειδής κατάσταση που υφίσταται η ελληνική και ευρωπαϊκή κοινωνία.

Φυσικά είναι αδύνατον με αυτές τις συνθήκες να μπορεί, ιδιαίτερα η ελληνική, ‘πολιτική’ ηγεσία, που έχει αποδεχθεί ασμένως τις προϋποθέσεις αχρηστίας της, να αρθρώσει ρεαλιστικό λόγο έναντι τής προϊούσας διάλυσης τού Ευρωπαϊκού, δηλαδή νεωτερικού πολιτικού συστήματος. Και το μόνο που αρθρώνει είναι για την μείωση εκατοστιαίων μονάδων επιτοκίου και την παράταση χρόνου αποπληρωμής δανείων. Παράταση δηλαδή τής ατομικότητος, τής χρησιμοθηρίας και εν τέλει τής δικής της πολιτικής ζωής. Τού φέουδου τού τζακιού.

Είναι πολύ κρίμα για ένα λαό που το ίδιο το όνομά του σημαίνει ως φησίν το Φώς.
Δημοσιεύθηκε στον πατρινό Reporter τής 5/6/12

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: