Κρατούμενος 24601

Εἶναι ὁ πλέον ἀναγνωρίσιμος κρατούμενος τοῦ κόσμου. Ἔκλεψε, καταδικάστηκε, φυλακίστηκε, ἀπέδρασε, συνελήφθη, ξανὰ ἀπέδρασε, μέχρι ποὺ στὰ πενῆντα του, ἀπελύθη προσωρινᾶ, ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ ἐμφανίζεται κάθε ἑβδομάδα, στὸ ‘πλησιέστερο’ ἀστυνομκὸ τμῆμα τῆς περιοχῆς του. Φυσικᾶ ἔγινε μπουχὸς, ληστεύοντας ἀκόμη κι᾽ ἕναν ἄνθρωπο τῆς ἐκκλησίας, ποὺ τὸν εἶχε βοηθήσει.

Ὅταν, κυνηγημένος, βρέθηκε φάτσα μὲ τὸν ἀστυνομικὸ διευθυντὴ, ποὺ τὸν κατεδίωκε καὶ τὸν φώναξε, γιὰ ἐπαλήθευση, μὲ τὸν ἀριθμὸ μητρὠου του, ἀκολούθησε τραγελαφικὸ ἐπεισόδιο μὲ τὸν κρατούμενο νὰ ὁρύεται ὅτι ἔχει ὄνομα συγκεκριμένο, καὶ τὸν ἀστυνομικὸ νὰ ἐπιμένῃ στὸν ἀτομικὸ ἀριθμὸ του.

Καὶ οὶ δυὀ παιδιὰ τῆς νεωτερικὸτητος, δηλαδὴ τῆς δυτικῆς ἀτομοκρατίας, καὶ τῆς πούρας ‘αξιομισθίας’. Προσέχτε, ὄχι ἀξιωσύνης, ποὺ εἶναι ποιοτικὸ κατηγόρημα, ἀλλὰ τῆς ποσοτικῆς ἀποτίμησης, δηλαδὴ τοῦ καταφερτζῆ. Αὐτουνοῦ ποὺ ἀναρριχήθηκε στὴν ἀρχή. Καὶ παραμένει ἐς ἀεί. Καὶ ἀνταμοίβεται ὑφ’ ἑαυτοῦ. Ὑπηρέτης ἀτόμων ἐξουσίας ἤ καὶ Κλειδοκράτορας τῶν νὀμων, κομμένων καὶ ῥαμμένων στὰ μέτρα τῶν ἀξιόμισθων αὐτῆς. Μὲ ἀριθμὸ μητρώου κι’ αὐτός, μὰ σὲ διαφορετικὸ φάκελλο. Ἄτομο ἀναγνωρίσιμο, ἀπὸ σειρίτια ἤ ἀπὸ χρήματα. Βλέπει τούς ἀλλους μὲ Φόβο· μὴν χάσει τὴν ἐξουσία, μὴν ξεπέσει καὶ δὲν περνᾶ καλὰ. Μὴν τυχὸν, ὅπως λέγει ὁ δικὸς μας ὁ Ἀριστοτέλης, ‘παροξύνεται ἑτέρους ὁρῶν τοὺς μὲν δικαίους τοὺς δ’ ἀδίκως πλεονεκτοῦντας τούτου’ (μτφ. μὴν ὁ διπλανὸς του ἔχει περισσότερα).

Καί, φυσικά, ὅλοι αυτοὶ οἱ τάχαμου δῆθεν, ἀποφασίζουν γιὰ τοὺς ἄλλους, τοὺς ὑποδεέστερους μόνο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ χειριζόμαστε τὰ μυρμήγκια στὸν κῆπο. Μὲ τὰ… παποὺτσια. Ἀντὶ γιὰ αὐτὰ, φορᾶνε νόμους, διατάγματα, προτάσσουν μνημόνια και χατζάρες κοπῆς μισθῶν καὶ, κατὰ περίπτωση, κεφαλῶν. Σωρρεύουν δεινὰ καὶ θλίψεις, ποὺ δὲν γνώρισαν ποτὲ. Τὸ παράδειγμα τοῦ Μεγαλέξανδρου μὲ τὸ νερό, τὄχουν μόνο γιὰ τὰ παιδιὰ.

Θεωροῦν τοὺς ἀνθρώπους σὰν ἁπλὲς καρτέλλες, ἀτομικὲς, χάρτινες ἤ ἡλεκτρονικὲς κι’ ὄχι πρόσωπα, μοναδικὰ, ἀνεπανάληπτα, συναισθηματικὰ, μὲ ἐπίγνωση τῆς ὕπαρξης, κατὰ χάριν Θεοῦ ἐλεύθερα καὶ ἱερὰ. Τοὺς θεωροῦν ἁπλὰ στατιστικά, τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται κατὰ βούλησην τῆς ἐξουσίας, διαθέσιμους πρὸς ἀνεργία ἤ ἀφανισμὸ, ὅπως ἀκριβῶς ἀπαιτοῦσαν οἱ Γερμανοὶ στὴν κατοχή, βγάζοντας μάλιστα καταλόγους ἀντιστοίχησης τόσων μελλοθανάτων γιὰ κάθε ἀξιωματικὸ τους καὶ τόσων γιὰ κάθε στρατιώτη τους. Ὅλους, πλήν τῶν ἑαυτῶν τους, γιὰ τὸ τάϊσμα δανειστῶν, τροϊκανῶν καὶ ἐξουσιαστῶν, βορὰ γιὰ τὰ ‘λάθη’, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ κυβερνῆτες, οὶ ὑπουργοὶ, οὶ βουλευτὲς καὶ οἱ ἐπικεφαλῆς θεσμικῶν ὀργάνων, διέπρατταν κατὰ συρροὴν εγκληματικᾶ καὶ ἀτιμώρητα. Μἀταια οἱ ‘κρατούμενοι’ προτάσσουν τὸ ὄνομά τους. Μάταια ζητοῦν νὰ ἀκουστοῦν ἀπὸ τοὺς δημίους. Αὐτοὶ τὸ μόνο ποὺ κάνουν εἶναι νὰ μετρᾶνε πόσα ‘ἄτομα’ θὰ φάῃ τὸ σκοτάδι αὔριο.

Τὸ χειρότερο κοιμοῦνται χωρὶς πρόβλημα συνείδησης γιατί, λέει, ἔκαναν τό ‘καθῆκον’ τους. ‘Νὰ σώσουν τὴν χώρα’. Ὅμως τὸ πορτραῖτο τοῦ Ντόριαν Γκρέϋ ἀμείλικτο ἐξακολουθεῖ νὰ ἀντικατοπτρίζει τὸ πρόσωπό τους νὰ γίνεται σιγὰ σιγὰ νεκρικὸ προσωπεῖο. Καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ καταδιώκουν γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί, ὅπως μιὰ ζωή ἔκαναν, ἀφοῦ ἄλλη δουλειὰ δὲν γνώρισαν, τὸν κρατούμενο μὲ ἀριθμὸ 24601·τὸν Γιάννη Ἀγιάννη.

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: