Τὸ τανγκὸ τῶν Χριστουγέννων, ἡ ἀγέλαστη Πολιτεία καὶ τὸ χαμόγελο τῶν Θεῶν

Χριστούγεννα στὸ  μουντό, παγωμένο στρατόπεδο τῆς ἑλληνικής ἐπαρχίας, κάπου στὸν Ἕβρο. Τέσσερις ὑπάρξεις, ὁ ὑπολοχαγὸς  Στέφανος Κ., ὁ Ἀντισυνταγματάρχης  Μανώλης Λ., ἡ γυναίκα του Ζωὴ καὶ ὁ φαντάρος Λάζαρος, συμπλέκονται παραπαίοντας, ὅπως ἡ ἴδια ἡ ζωὴ, μεταξὺ ἐφικτοῦ καὶ ἀνέφικτου.

Παρατημένοι στὸ γκρίζο ὀμιχλῶδες τοπίο, βουτηγμένοι στὴν μέγγενη τῶν πρέπει τῆς ζωῆς,  ποὺ τόσο δωρικὰ περιγράφει ἡ ἀδιάκοπη μονοτονία βροχής καὶ λάσπης,  παραιτημένοι μὲ σφιγμένα χεὶλη μπροστὰ στὴν ἀνέλπιδη προσδοκία μιᾶς καλύτερης ζωῆς, λιγόλογοι στην σκληρή μοναξιά τους.  Χαμένοι μέσα στοῦ Κύκλου τὰ γυρίσματα, ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουν καὶ  τοῦ Καιροῦ τὰ ἀλλάματα, ποὺ ἀναπαημό δεν έχουν,  ἀναθιβάλλουν ἀποφάσεις ποὺ δὲν τολμοῦν ἤ δὲν πρέπει νὰ πάρουν.

Ὥσπου ὁ σκληροτράχηλος Ὑπολοχαγὸς, σὲ ἔνα λυρικὸ ξέσπασμα τῆς ἑρωτευμένης ψυχῆς του, ζητᾶ ἀπὸ τὸν, καλλιτεχνικῶν τάσεων, ἐσωστρεφῆ φαντάρο του, νὰ τοῦ μάθει τανγκὸ ὥστε νὰ μπορέσῃ, μέσῳ αὐτοῦ, νὰ λυτρωθῇ ἐκδηλώνοντας τὸν ἀταίριαστο ἔρωτὰ του στὴν Ζωὴ, στὴν γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων.

Ὁ Νίκος Κουτελιδάκης ὁδηγεῖ στην κάθαρση τοὺς πρωταγωνιστὲς τῆς ταινίας του (βασισμένης στὸ ὁμότιτλο βιβλίου τοὺ Γιάννη Ξανθούλη), μέσα ἀπὸ ἕνα εὐγενικὸ καὶ συγκρατημένο συναισθηματικὰ, στρόβιλο μουσικοῦ ρυθμοῦ τανγκὸ. Σὲ ἕνα κρετσέντο πλημμυρισμένο ἀπὸ ἀναρίθμητα γιατί καὶ διότι, τῆς μιᾶς καί μόνο ἀνθρώπινης ἔκφανσης αὐτῆς τῆς ζωῆς: τοῦ χαμόγελου ποὺ ἀνθίζει στὴν κορύφωση.

Ἀφηγοῦνται οἱ Ἀφοὶ Κατσιμίχα: «μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πολιτεία, απ’ όλες εξεχώριζε σ’ ολόκληρη τη χώρα, μια πολιτεία όμορφη μα πάντα λυπημένη, οι άνθρωποι αγέλαστοι, κακοί και μουτρωμένοι, δεν ξέρανε χαμόγελο κι αγάπη τι σημαίνει. Kαθένας τους εκοίταζε μονάχα τη δουλίτσα του, η καλημέρα ακριβή σαν να ’τανε χρυσάφι, ποτέ δεν πήγαν τα παιδιά στους δρόμους στην πλατεία, ποτέ δεν έγινε γιορτή, χορός και φασαρία, της βγήκε και το όνομα: Aγέλαστη Πολιτεία». Ἐξ οὖ καὶ τὸ ὁμότιτλο μουσικὸ ἔργο.

Tὴν ξέρω αὐτή τὴν πόλη, ἐκεί γεννήθηκα. Ὅμως θυμᾶμαι ὅτι τὰ Xριστούγεννα ‘οἱ καλικάντζαροι ἔφερναν τὰ πάνω κάτω· ὅλοι στοὺς δρόμους βγαίναμε μὲ γέλια καὶ ἀστεῖα
καὶ φαγοπότι στήναμε στὴ μέση στὴν πλατεῖα. Κι’ οἱ ἀγέλαστοι ἄνθρωποι, ἐγίνοντο γελαστοί, ἀλλὰ πολύ γελαστοί’.

«Τὸν μὲν Γέλωτα τῇ γενέσει τῶν Θείων, τὰ δὲ δάκρυα τῇ συστάσει τῶν ἀνθρώπων ἤ ζῴων ἀπονέμομεν», διαπιστώνει ὁ Πρόκλος (ΙΒ). Ἀλλὰ πρὶν ἀποσώσει τὴν φράση του ἔρχεται παρευθεὶς ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος  ξεκαρδισμένος στὰ γέλια νὰ ἀναφωνῇ « καὶ τὰ φοβερὰ τοῦ κόσμου ἐμοὶ εὐκαταφρόνητα καὶ τὰ χρηστὰ καταγέλαστα» σὰν ἄλλος Ἀοιδὸς. Ὁ ὁποῖος,  μᾶς τραγουδᾶ στὸ Α599, ὅτι ὅταν ὁ τεχνοκράτης Ἤφαιστος ἔπρηξε τὰ σκώτια τοῦ Δία, αὐτὸς τὸν γκρεμοτσάκισε ἀπὸ τὸν Ὅλυμπο καὶ τότε «ἄσβεστος δ’ ἄρ’ ἐνῶρτο γέλως μακάρεσσι θεοῖσιν»

Τὸ μόνο χαρακτηριστικὸ, ποὺ μᾶς διακρίνει ἐμφανῶς ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔμβια καὶ τοὺς κρυστάλλους εἶναι τὸ γέλιο. Τῆς ἄσβεστης χαρᾶς καὶ τοῦ ἕρωτα, ἀλλὰ καὶ τῆς σάτυρας καὶ χλεύης. Τὰ πρῶτα δὲν τἄχουν, ὅλοι αὐτοὶ οὶ ἐξουσιομανεῖς ὀσφυοκάμπτες ὑπουργίσκοι, ποὺ ἐκμετροῦν τὴν μοναδικὴ ζωὴ τους μὲ ἀριθμοὺς μιζέριας καὶ ἀπολύσεων. Τὰ δεύτερα, τῆς σάτυρας καὶ χλεύης, εἶναι τὰ μόνα ποὺ τοὺς ἀξίζουν.

Advertisements

Ετικέτες: , , , , , ,


Αρέσει σε %d bloggers: